emphatically
em
ɪm
ιμ
pha
ˈfæ
φαι
tica
tɪk
τικ
lly
li
λι
dramaticallyfanaticallypragmaticallymathematically

Ορισμός και σημασία του "emphatically"στα αγγλικά

emphatically
01

κατηγορηματικά, εντυπωσιακά

in a strong, definite, and forceful way 
emphatically definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He emphatically denied the allegations. 

Αρνήθηκε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς.

1.1

κατηγορηματικά, σαφώς

clearly and without any doubt 
Παραδείγματα
The results emphatically prove the success of the experiment. 

Τα αποτελέσματα κατηγορηματικά αποδεικνύουν την επιτυχία του πειράματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store