elopement
e
ɪ
i
lope
ˈləʊp
lewp
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "elopement"στα αγγλικά

01

φυγή, μυστικός γάμος

the act of running away with one's lover to get married without the consent of parents 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The young couple's elopement surprised their families, who had been expecting a traditional wedding. 

Η απόδραση του νεαρού ζευγαριού εξέπληξε τις οικογένειές τους, που περίμεναν έναν παραδοσιακό γάμο.

Λεξικό Δέντρο

elopement
elope
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store