elitist
Pronunciation
/eɪˈɫitɪst/, /ɪˈɫitɪst/

Ορισμός και σημασία του "elitist"στα αγγλικά

01

ελιτιστής, υποστηρικτής του ελιτισμού

someone who believes in rule by an elite group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elitists
01

ελιτιστικός, σνομπ

showing a superior and exclusive attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most elitist
συγκριτικός βαθμός
more elitist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his achievements, his elitist behavior made it difficult for others to appreciate his contributions fully.
Παρά τις επιτυχίες του, η ελίτ συμπεριφορά του έκανε δύσκολο για τους άλλους να εκτιμήσουν πλήρως τις συνεισφορές του.

Λεξικό Δέντρο

elitist
elite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store