Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egotistical
01
εγωκεντρικός, ματαιόδοξος
having an excessive focus on oneself and one's own interests, often at the expense of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most egotistical
συγκριτικός βαθμός
more egotistical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His egotistical nature made it difficult for him to accept criticism.
Η εγωκεντρική του φύση του έκανε δύσκολο να δεχτεί κριτική.
02
εγωκεντρικός, ματαιόδοξος
characteristic of those having an inflated idea of their own importance



























