Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
economical
01
οικονομικός, φειδωλός
using resources wisely and efficiently and minimizing waste and unnecessary expenses
Παραδείγματα
They chose an economical solution that reduced production costs significantly.
Επέλεξαν μια οικονομική λύση που μείωσε σημαντικά το κόστος παραγωγής.
Παραδείγματα
The company 's expansion strategy was based on careful economical forecasting.
Η στρατηγική επέκτασης της εταιρείας βασίστηκε σε προσεκτική οικονομική πρόγνωση.
03
οικονομικός, οικονομολογικός
designed to be efficient and cost-effective
Παραδείγματα
He purchased an economical bicycle for commuting to work, saving money on transportation.
Αγόρασε ένα οικονομικό ποδήλατο για τις μετακινήσεις στη δουλειά, εξοικονομώντας χρήματα στις μεταφορές.
Παραδείγματα
The couple made economical decisions, prioritizing savings for their future.
Το ζευγάρι πήρε οικονομικές αποφάσεις, δίνοντας προτεραιότητα στις αποταμιεύσεις για το μέλλον τους.
Λεξικό Δέντρο
economically
uneconomical
economical
economic
economy



























