Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
economical
01
οικονομικός, φειδωλός
using resources wisely and efficiently and minimizing waste and unnecessary expenses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most economical
συγκριτικός βαθμός
more economical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new model is an economical car that saves on fuel without sacrificing performance.
Το νέο μοντέλο είναι ένα οικονομικό αυτοκίνητο που εξοικονομεί καύσιμα χωρίς να θυσιάζει την απόδοση.
Παραδείγματα
The government implemented economical policies to promote sustainable growth.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε οικονομικές πολιτικές για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης.
03
οικονομικός, οικονομολογικός
designed to be efficient and cost-effective
Παραδείγματα
The compact car is economical to run due to its fuel efficiency.
Το συμπαγές αυτοκίνητο είναι οικονομικό στη λειτουργία λόγω της κατανάλωσης καυσίμου.
Λεξικό Δέντρο
economically
uneconomical
economical
economic
economy



























