dysgraphia
dysg
dɪsg
ντισγκ
ra
ˈræ
ραι
phia
fiə
φια
/dɪsɡɹˈafiə/

Ορισμός και σημασία του "dysgraphia"στα αγγλικά

01

δυσγραφία, ειδική μαθησιακή διαταραχή που επηρεάζει τις δεξιότητες γραφής

a specific learning disorder that affects writing skills, causing difficulties with handwriting, spelling, and written expression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store