Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dysfunction
01
δυσλειτουργία, παρέκκλιση λειτουργίας
the impaired or abnormal functioning of an organ, system, or biological process, often resulting in diminished efficiency or health consequences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dysfunctions
Παραδείγματα
Chronic stress can lead to dysfunction of the immune system, making individuals more susceptible to infections.
Το χρόνιο στρες μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, καθιστώντας τα άτομα πιο ευάλωτα σε λοιμώξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dysfunctional
dysfunction



























