Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dysfunction
01
δυσλειτουργία, παρέκκλιση λειτουργίας
the impaired or abnormal functioning of an organ, system, or biological process, often resulting in diminished efficiency or health consequences
Παραδείγματα
Environmental factors can contribute to dysfunction in ecosystems, disrupting natural balance and biodiversity.
Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν στη δυσλειτουργία των οικοσυστημάτων, διαταράσσοντας τη φυσική ισορροπία και τη βιοποικιλότητα.
Λεξικό Δέντρο
dysfunctional
dysfunction



























