dwelling house
dwe
ˈdwɛ
dve
lling
lɪng
ling
house
haʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "dwelling house"στα αγγλικά

Dwelling house
01

κατοικία, κατοικημένο σπίτι

a building used as a home where people live 
dwelling house definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dwelling houses
Παραδείγματα
The property includes a barn, a garage, and a main dwelling house. 

Το ακίνητο περιλαμβάνει ένα αχυρώνα, ένα γκαράζ και ένα κύριο κατοικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store