Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dwell on
01
επίμονα σκέφτομαι, καθυστερού
to think or talk about something at length, often to the point of overthinking or obsessing about it
Transitive: to dwell on an issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
dwell
ενεστώτας
dwell on
γ΄ ενικό πρόσωπο
dwells on
ενεστώτα μετοχή
dwelling on
απλός αόριστος
dwelt on
παθητική μετοχή
dwelt on
Παραδείγματα
Despite the setback, she chose not to dwell on the negative aspects and instead focused on finding a solution.
Παρά την αναποδιά, επέλεξε να μην επιμείνει στα αρνητικά στοιχεία και αντ' αυτού επικεντρώθηκε στην εύρεση μιας λύσης.



























