dully
du
ˈdʌ
da
lly
li
li
dollydally

Ορισμός και σημασία του "dully"στα αγγλικά

01

θαμπά, χωρίς λάμψη

in a way that lacks brightness or shine 
dully definition and meaning
Παραδείγματα
The old coin gleamed dully, showing signs of wear. 

Το παλιό νόμισμα έλαμπε θαμπά, δείχνοντας σημάδια φθοράς.

02

νωθρά, χωρίς ζωντάνια

without liveliness 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store