ductile
duc
ˈdʌk
dak
tile
taɪl
tail
ductule

Ορισμός και σημασία του "ductile"στα αγγλικά

01

εύκαμπτος, πλαστικός

capable of being molded or shaped without breaking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ductile
συγκριτικός βαθμός
more ductile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sculptor used the ductile clay to mold intricate figurines with delicate details. 

Ο γλύπτης χρησιμοποίησε τον εύκαμπτο πηλό για να διαμορφώσει περίπλοκα ειδώλια με λεπτές λεπτομέρειες.

02

εύπλαστος, προσαρμοστικός

easily influenced or adaptable 
Παραδείγματα
Sarah's ductile personality made her an ideal candidate for leadership roles, as she could adapt to different team dynamics with ease. 

Η εύκαμπτη προσωπικότητα της Σάρα την έκανε ιδανική υποψήφια για ηγετικούς ρόλους, καθώς μπορούσε να προσαρμοστεί εύκολα σε διαφορετικές δυναμικές ομάδας.

Λεξικό Δέντρο

ductileness
ductile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store