ductile
duc
ˈdək
ντακ
tile
təl
ταλ
British pronunciation
/dˈʌkta‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "ductile"στα αγγλικά

01

εύκαμπτος, πλαστικός

capable of being molded or shaped without breaking
example
Παραδείγματα
Artists often prefer working with ductile materials like wax, which can be easily molded and manipulated to create intricate designs.
Οι καλλιτέχνες συχνά προτιμούν να εργάζονται με εύκαμπτα υλικά όπως το κερί, το οποίο μπορεί εύκολα να διαμορφωθεί και να χειριστεί για τη δημιουργία περίπλοκων σχεδίων.
02

εύπλαστος, προσαρμοστικός

easily influenced or adaptable
example
Παραδείγματα
In the face of adversity, the company's ductile leadership guided them through challenging times, demonstrating resilience and flexibility in their decision-making processes.
Αντιμέτωποι με τις δυσκολίες, η εύκαμπτη ηγεσία της εταιρείας τους οδήγησε μέσα από δύσκολες στιγμές, δείχνοντας ανθεκτικότητα και ευελιξία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Λεξικό Δέντρο

ductileness
ductile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store