dubitable
du
ˈdju:
dyoo
bi
bi
table
təbl
tēbl

Ορισμός και σημασία του "dubitable"στα αγγλικά

01

αμφίβολος, αμφισβητήσιμος

questionable in validity or truth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dubitable
συγκριτικός βαθμός
more dubitable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dubitable claims made by the salesman raised suspicions about the product's effectiveness. 

Οι αμφίβολες ισχυρίσεις του πωλητή έθεσαν υποψίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του προϊόντος.

Λεξικό Δέντρο

indubitable
dubitable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store