Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
draining
01
εξαντλητικός, αποστραγγιστικός
causing a significant loss of physical, emotional, or mental energy
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most draining
συγκριτικός βαθμός
more draining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The relentless workload at the office was draining, leaving employees fatigued and in need of a break.
Το αδυσώπητο φόρτο εργασίας στο γραφείο ήταν εξαντλητικό, αφήνοντας τους εργαζόμενους κουρασμένους και με ανάγκη για διάλειμμα.
Λεξικό Δέντρο
draining
drain



























