draining
drai
ˈdreɪ
drei
ning
nɪng
ning
draggingdraftingdrowning

Ορισμός και σημασία του "draining"στα αγγλικά

01

εξαντλητικός, αποστραγγιστικός

causing a significant loss of physical, emotional, or mental energy 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most draining
συγκριτικός βαθμός
more draining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The relentless workload at the office was draining, leaving employees fatigued and in need of a break. 

Το αδυσώπητο φόρτο εργασίας στο γραφείο ήταν εξαντλητικό, αφήνοντας τους εργαζόμενους κουρασμένους και με ανάγκη για διάλειμμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store