Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Downswing
01
καθοδική κίνηση, κίνηση προς τα κάτω
the movement of the golf club from the top of the swing down to the point of impact with the ball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
downswings
Παραδείγματα
His downswing was smooth and controlled, resulting in a powerful shot.
Το downswing του ήταν ομαλό και ελεγχόμενο, με αποτέλεσμα μια ισχυρή βολή.
02
πτώση, ύφεση
a downward trend in a business or economical activity
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
downswing
down
swing



























