downslope
down
ˈdaʊn
νταουν
slope
sləʊp
σλεουπ

Ορισμός και σημασία του "downslope"στα αγγλικά

01

κατηφόρα, πλαγιά προς τα κάτω

a section of land or surface that inclines downward 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
downslopes
Παραδείγματα
The hikers struggled on the downslope of the mountain. 

Οι πεζοπόροι αγωνίστηκαν στην κατωφέρεια του βουνού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

downslope

down

+

slope

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store