domicile
do
ˈdɒ
do
mi
mi
cile
saɪl
sail

Ορισμός και σημασία του "domicile"στα αγγλικά

01

κατοικία, κατοικητήριο

a person's dwelling 
Dialectamerican flagAmerican
domicile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
domiciles
Παραδείγματα
They returned to their domicile after a long vacation. 

Επέστρεψαν στο κατοικία τους μετά από μια μεγάλη διακοπή.

02

κατοικία, μόνιμη κατοικία

the country that a person regards as their permanent home or with which they have a substantial legal or personal connection 
Παραδείγματα
Her domicile is officially listed as Canada for tax purposes. 

Η κατοικία της είναι επίσημα καταχωρημένη ως Καναδάς για φορολογικούς σκοπούς.

to domicile
01

κατοικώ, εγκαθίσταμαι

to establish one's permanent home in a particular place or community 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
domicile
γ΄ ενικό πρόσωπο
domiciles
ενεστώτα μετοχή
domiciling
απλός αόριστος
domiciled
παθητική μετοχή
domiciled
Παραδείγματα
After years of traveling, they decided to domicile in a quiet coastal town. 

Μετά από χρόνια ταξιδιών, αποφάσισαν να κατοικήσουν σε μια ήσυχη παραθαλάσσια πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store