Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doll
01
κούκλα, παιχνίδι σε σχήμα μωρού
a toy for children that usually looks like a small baby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dolls
Παραδείγματα
We organized a tea party for our dolls with tiny cups and saucers.
Οργανώσαμε ένα τσάι για τις κούκλες μας με μικρά φλυτζάνια και πιατάκια.



























