dolehead
Pronunciation
/dˈoʊlhɛd/

Ορισμός και σημασία του "dolehead"στα αγγλικά

01

παράσιτο της επιδότησης, τεμπέλης άνεργος

(Irish) an unemployed person who relies on government benefits and avoids work
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doleheads
Παραδείγματα
The council criticized doleheads for refusing training opportunities.
Το συμβούλιο επέκρινε τους τεμπέληδες ανέργους για την άρνηση ευκαιριών κατάρτισης.

Λεξικό Δέντρο

dolehead

dole

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store