Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dolehead
01
παράσιτο της επιδότησης, τεμπέλης άνεργος
(Irish) an unemployed person who relies on government benefits and avoids work
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doleheads
Παραδείγματα
Paddy was a dolehead who never wanted to work.
Ο Πάντι ήταν ένας τεμπέλης που δεν ήθελε ποτέ να δουλέψει.
Λεξικό Δέντρο
dolehead
dole
head



























