divagation
di
ˌdaɪ
dai
va
ga
ˈgeɪ
gei
tion
ʃən
shēn
divination

Ορισμός και σημασία του "divagation"στα αγγλικά

01

παρέκκλιση, αποπλάνηση

the act or instance of deviating or straying from a course or path 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The hiker's divagation from the marked trail led them deeper into the forest, causing them to lose their way. 

Η αποπλάνηση του πεζοπόρου από το σηματοδοτημένο μονοπάτι τους οδήγησε βαθύτερα στο δάσος, κάνοντάς τους να χάσουν το δρόμο τους.

02

παρέκκλιση, απόκλιση

a departure from the main topic or focus, typically in speech or writing 
Παραδείγματα
The speaker's divagation made it hard to follow his main argument. 

Η απόκλιση του ομιλητή έκανε δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το κύριο επιχείρημά του.

Λεξικό Δέντρο

divagation
divagate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store