Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Divagation
01
παρέκκλιση, αποπλάνηση
the act or instance of deviating or straying from a course or path
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team 's divagation from the original project plan caused delays and inefficiencies in the overall workflow.
Η απόκλιση της ομάδας από το αρχικό σχέδιο του έργου προκάλεσε καθυστερήσεις και αναποτελεσματικότητα στη συνολική ροή εργασίας.
02
παρέκκλιση, απόκλιση
a departure from the main topic or focus, typically in speech or writing
Παραδείγματα
I appreciated his divagation, as it gave a fresh perspective on the topic.
Εκτίμησα την απόκλιση του, καθώς έδωσε μια νέα προοπτική για το θέμα.



























