distrustful
dis
dɪs
dis
trust
ˈtrʌst
trast
ful
fəl
fēl
disgustful

Ορισμός και σημασία του "distrustful"στα αγγλικά

distrustful
01

δυσπιστικός, ύποπτος

(of a person) not having trust or confidence in someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distrustful
συγκριτικός βαθμός
more distrustful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a distrustful glance after hearing the rumor. 

Του έριξε μια δυσπιστική ματιά αφού άκουσε τη φήμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store