Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distrustful
01
δυσπιστικός, ύποπτος
(of a person) not having trust or confidence in someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distrustful
συγκριτικός βαθμός
more distrustful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a distrustful glance after hearing the rumor.
Του έριξε μια δυσπιστική ματιά αφού άκουσε τη φήμη.
Λεξικό Δέντρο
distrustful
trustful
trust



























