mistrustful
mis
mɪs
μισ
trust
ˈtrʌst
τραστ
ful
fəl
φαλ

Ορισμός και σημασία του "mistrustful"στα αγγλικά

mistrustful
01

δυσπιστος, σκεπτικιστικός

distrustful of others and skeptical of their intentions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mistrustful
συγκριτικός βαθμός
more mistrustful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, behavior, social
Παραδείγματα
The mistrustful colleague questioned the motives behind every decision made by the team. 

Ο δυσπιστος συνάδελφος αμφισβήτησε τα κίνητρα πίσω από κάθε απόφαση που πάρθηκε από την ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mistrustful
trustful
trust
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store