Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misunderstood
01
κατανοηθεί λάθος, ακατανόητος
perceived or interpreted incorrectly or incompletely, often leading to confusion, mistakes, or misinterpretation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most misunderstood
συγκριτικός βαθμός
more misunderstood
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist felt misunderstood, as her work was often seen as controversial rather than expressive.
Η καλλιτέχνης αισθανόταν κατανοητή λανθασμένα, καθώς το έργο της θεωρούνταν συχνά αμφιλεγόμενο παρά εκφραστικό.
Λεξικό Δέντρο
misunderstood
understood
understand



























