Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misunderstood
01
κατανοηθεί λάθος, ακατανόητος
perceived or interpreted incorrectly or incompletely, often leading to confusion, mistakes, or misinterpretation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most misunderstood
συγκριτικός βαθμός
more misunderstood
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His intentions were good, but his actions were misunderstood and led to unintended consequences.
Οι προθέσεις του ήταν καλές, αλλά οι πράξεις του παρανοήθηκαν και οδήγησαν σε απρόβλεπτες συνέπειες.
Λεξικό Δέντρο
misunderstood
understood
understand



























