to mistrust
mis
mɪs
mis
trust
ˈtrʌst
trast
readjustdistrustantitrustentrust

Ορισμός και σημασία του "mistrust"στα αγγλικά

to mistrust
01

δυσπιστώ, απιστώ

to have doubts, reservations, or uncertainties about relying on someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mistrust
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistrusts
ενεστώτα μετοχή
mistrusting
απλός αόριστος
mistrusted
παθητική μετοχή
mistrusted
Παραδείγματα
His suspicious nature causes him to instinctively mistrust people's intentions until they prove otherwise. 

Η ύποπτη φύση του τον κάνει να δυσπιστεί ενστικτωδώς στις προθέσεις των ανθρώπων μέχρι να αποδείξουν το αντίθετο.

01

δυσπιστία, καχυποψία

the trait of not trusting others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δυσπιστία, απιστία

doubt about someone's honesty 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store