mistrust
mis
ˈmɪs
μισ
trust
trʌst
τραστ
/mɪstɹˈʌst/

Ορισμός και σημασία του "mistrust"στα αγγλικά

to mistrust
01

δυσπιστώ, απιστώ

to have doubts, reservations, or uncertainties about relying on someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
mistrust
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistrusts
ενεστώτα μετοχή
mistrusting
απλός αόριστος
mistrusted
παθητική μετοχή
mistrusted
Παραδείγματα
After being lied to repeatedly, she mistrusted anything he said.
Αφού της είπαν ψέματα επανειλημμένα, δεν εμπιστευόταν τίποτα από όσα έλεγε.
01

δυσπιστία, καχυποψία

the trait of not trusting others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δυσπιστία, απιστία

doubt about someone's honesty
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store