Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distressing
01
θλιβερός, αγχωτικός
causing feelings of discomfort, sadness, or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distressing
συγκριτικός βαθμός
more distressing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sudden change in the company's financial situation was distressing to the employees.
Η ξαφνική αλλαγή στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν θλιβερή για τους υπαλλήλους.
02
θλιβερός, οδυνηρός
bad; unfortunate
Λεξικό Δέντρο
distressingly
distressingness
distressing
distress



























