Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distressed
Παραδείγματα
She appeared distressed after receiving the news of her failing grades.
Φαινόταν στενοχωρημένη μετά τη λήψη της είδησης για τους αποτυχημένους βαθμούς της.
02
σε οικονομική δυσκολία, που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες
experiencing financial hardship or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distressed
συγκριτικός βαθμός
more distressed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She sought advice to recover from her distressed financial situation.
Αναζήτησε συμβουλές για να ανακάμψει από την δύσκολη οικονομική της κατάσταση.
03
σε δυσκολία, πωλημένος υπό πίεση
(of a property) sold at a reduced price due to foreclosure or financial troubles of the owner
Παραδείγματα
The distressed property was auctioned off after the owner could no longer afford the mortgage.
Το προβληματικό ακίνητο πωλήθηκε σε δημοπρασία αφού ο ιδιοκτήτης δεν μπορούσε πλέον να αντέξει οικονομικά την υποθήκη.
04
παλιωμένος, φθαρμένος
having a worn, aged, or weathered look, often created intentionally for aesthetic appeal
Παραδείγματα
The living room featured distressed wood tables for a rustic vibe.
Το σαλόνι διέθετε τραπέζια από παλιωμένο ξύλο για μια ρουστίκ ατμόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
distressed
distress



























