dissonant
dis
dɪs
dis
so
so
nant
nənt
nēnt

Ορισμός και σημασία του "dissonant"στα αγγλικά

01

δυσαρμονικός, αντιφατικός

having elements or ideas that strongly disagree or clash 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dissonant
συγκριτικός βαθμός
more dissonant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their opinions on the matter were dissonant, leading to heated debates and disagreements. 

Οι απόψεις τους για το θέμα ήταν δυσαρμοστικές, οδηγώντας σε έντονες συζητήσεις και διαφωνίες.

02

δυσαρμοστικός, παράφωνος

(of a sound) having tones that clash or sound unpleasant together 
Παραδείγματα
The dissonant chords in the composition created a sense of tension and unease. 

Οι δυσαρμοστικές χορδές στη σύνθεση δημιούργησαν μια αίσθηση έντασης και δυσφορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store