Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dissonant
01
δυσαρμονικός, αντιφατικός
having elements or ideas that strongly disagree or clash
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dissonant
συγκριτικός βαθμός
more dissonant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book club discussion turned dissonant over differing interpretations of the novel's theme.
Η συζήτηση του κλαμπ βιβλίων έγινε δυσαρμοστική λόγω των διαφορετικών ερμηνειών του θέματος του μυθιστορήματος.
02
δυσαρμοστικός, παράφωνος
(of a sound) having tones that clash or sound unpleasant together
Παραδείγματα
The dissonant tones of the alarm system startled everyone in the building.
Οι δυσαρμοστικοί τόνοι του συστήματος συναγερμού τρόμαξαν όλους στο κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
dissonant
sonant



























