Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissipate
01
διαλύομαι, σταδιακά εξαφανίζομαι
to gradually disappear or spread out
Intransitive
Παραδείγματα
The morning mist began to dissipate as the sun rose higher in the sky.
Η πρωινή ομίχλη άρχισε να διαλύεται καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα στον ουρανό.
02
διασκορπίζω, σπαταλώ
to waste money, energy, or resources
Transitive: to dissipate energy or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissipate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissipates
ενεστώτα μετοχή
dissipating
απλός αόριστος
dissipated
παθητική μετοχή
dissipated
Παραδείγματα
He quickly realized that buying expensive gadgets was causing him to dissipate his savings.
Σύντομα συνειδητοποίησε ότι η αγορά ακριβών gadget τον έκανε να διασπά τις οικονομίες του.
03
διασκορπίζω, εκλύω
to cause to scatter, spread, and eventually vanish
Transitive: to dissipate sth
Παραδείγματα
Opening the windows helped dissipate the strong smell of paint throughout the room.
Το άνοιγμα των παραθύρων βοήθησε να διαλυθεί η δυνατή μυρωδιά της μπογιάς σε όλο το δωμάτιο.
04
διασπείρω, παρασύρω στις απολαύσεις
to indulge excessively in pleasure, especially by drinking alcohol
Intransitive
Παραδείγματα
After losing his job, he began to dissipate, spending all his time at the casino.
Αφού έχασε τη δουλειά του, άρχισε να διασπάται, περνώντας όλο του τον χρόνο στο καζίνο.
Λεξικό Δέντρο
dissipated
dissipation
dissipate



























