Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evaporate
01
εξατμίζομαι, ατμίζω
to become gas or vapor from liquid
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evaporate
γ΄ ενικό πρόσωπο
evaporates
ενεστώτα μετοχή
evaporating
απλός αόριστος
evaporated
παθητική μετοχή
evaporated
Παραδείγματα
Water can evaporate when exposed to heat.
Το νερό μπορεί να εξατμιστεί όταν εκτεθεί σε θερμότητα.
02
εξατμίζω, ατμίζω
to convert a liquid into gas
Transitive: to evaporate a liquid
Παραδείγματα
The sun evaporated the water from the puddle, leaving behind a dry patch on the pavement.
Ο ήλιος εξάτμισε το νερό από την νερόλακκα, αφήνοντας μια ξηρή κηλίδα στο πεζοδρόμιο.
Παραδείγματα
The excitement he felt for the project slowly evaporated as he encountered one obstacle after another.
Ο ενθουσιασμός που ένιωθε για το έργο εξατμίστηκε σιγά-σιγά καθώς συνάντησε το ένα εμπόδιο μετά το άλλο.
Λεξικό Δέντρο
evaporated
evaporation
evaporative
evaporate
evapor



























