Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Evaporation
01
εξάτμιση, εξαέρωση
the process of becoming a vapor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
εξάτμιση, εξαγωγή υγρασίας
the process of extracting moisture
Λεξικό Δέντρο
evaporation
evaporate
evapor



























