to diss
diss
dɪs
dis
hisspisskissbris

Ορισμός και σημασία του "diss"στα αγγλικά

to diss
01

προσβάλλω, αποδίδω ασέβεια

to insult, disrespect, or criticize someone 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diss
γ΄ ενικό πρόσωπο
disses
ενεστώτα μετοχή
dissing
απλός αόριστος
dissed
παθητική μετοχή
dissed
Παραδείγματα
He dissed his coworker during the meeting. 

Πρόσβαλε τον συνάδελφό του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store