disregarded
dis
ˌdɪs
dis
re
ri
gar
ˈgɑ:
gaa
ded
dɪd
did
unguardeddiscarded

Ορισμός και σημασία του "disregarded"στα αγγλικά

disregarded
01

αγνοημένος, παραμελημένος

not given attention or consideration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disregarded
συγκριτικός βαθμός
more disregarded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attention, evaluation, treatment
Παραδείγματα
The disregarded evidence was crucial to understanding the full scope of the problem. 

Τα αγνοηθέντα στοιχεία ήταν crucial για την κατανόηση του πλήρους εύρους του προβλήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disregarded
disregard
regard
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store