Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disregarded
01
αγνοημένος, παραμελημένος
not given attention or consideration
Παραδείγματα
The disregarded safety protocols led to several accidents in the workplace.
Τα αγνοηθέντα πρωτόκολλα ασφαλείας οδήγησαν σε πολλά ατυχήματα στον χώρο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
disregarded
disregard
regard



























