Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disposed
01
διατεθειμένος, προσκείμενος
ready toward a course of action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disposed
συγκριτικός βαθμός
more disposed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He 's disposed to give newcomers a fair chance.
Είναι διατεθειμένος να δώσει στους νεοφερμένους μια δίκαιη ευκαιρία.
02
δυσμενής, ευμενής
having a specified attitude or feeling toward someone or something
Παραδείγματα
She remained neutrally disposed until she reviewed the evidence.
Παραμένει ουδέτερα διατεθειμένη μέχρι να εξετάσει τα στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
indisposed
predisposed
disposed
dispose



























