Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disorderly conduct
01
αταξία, συμπεριφορά που διαταράσσει τη δημόσια τάξη
behavior in public that disturbs people or causes trouble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The man was arrested for disorderly conduct in the street.
Ο άνδρας συνελήφθη για αταξία στο δρόμο.



























