disorderly conduct
di
di
sor
ˈsɔ:
saw
der
ly
li
li
con
kɒn
kon
duct
dʌkt
dakt

Ορισμός και σημασία του "disorderly conduct"στα αγγλικά

Disorderly conduct
01

αταξία, συμπεριφορά που διαταράσσει τη δημόσια τάξη

behavior in public that disturbs people or causes trouble 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The man was arrested for disorderly conduct in the street. 

Ο άνδρας συνελήφθη για αταξία στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store