disorderly conduct
di
di
sor
ˈso:r
sor
der
dər
dēr
ly
li
li
con
kɑ:n
kaan
duct
dʌkt
dakt
/dɪsˈɔːdəli kˈɒndʌkt/

Ορισμός και σημασία του "disorderly conduct"στα αγγλικά

Disorderly conduct
01

αταξία, συμπεριφορά που διαταράσσει τη δημόσια τάξη

behavior in public that disturbs people or causes trouble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was charged with disorderly conduct for disrupting the event and disturbing public peace.
Κατηγορήθηκε για αταξία για τη διατάραξη της εκδήλωσης και τη διατάραξη της δημόσιας ειρήνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store