dismal
dis
ˈdɪz
diz
mal
məl
mēl
distal

Ορισμός και σημασία του "dismal"στα αγγλικά

01

μελαγχολικός, θλιμμένος

causing sadness or disappointment 
dismal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismal
συγκριτικός βαθμός
more dismal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dismal weather matched his gloomy mood perfectly. 

Ο θλιμμένος καιρός ταίριαζε απόλυτα με τη θλιμμένη διάθεσή του.

02

άθλιος, κακός

having very low quality, merit, or performance 
Παραδείγματα
The movie received dismal reviews for its weak storyline and poor acting. 

Η ταινία έλαβε άθλιες κριτικές για την αδύναμη πλοκή της και την κακή υποκριτική.

Λεξικό Δέντρο

dismally
dismal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store