Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disillusion
01
απογοήτευση, απελευθέρωση από τις ψευδαισθήσεις
freeing from false belief or illusions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disillusions
to disillusion
01
απογοητεύω, ξεγελώ
to cause someone to stop believing in something they thought to be true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disillusion
γ΄ ενικό πρόσωπο
disillusions
ενεστώτα μετοχή
disillusioning
απλός αόριστος
disillusioned
παθητική μετοχή
disillusioned
Παραδείγματα
The scandal disillusioned many fans who had believed in the integrity of their favorite celebrity.
Το σκάνδαλο απογοήτευσε πολλούς θαυμαστές που πίστευαν στην ακεραιότητα του αγαπημένου τους διασημότητα.
Λεξικό Δέντρο
disillusion
illusion
illus



























