disincentive
dis
dɪs
ντισ
in
ɪn
ιν
cent
sɛn
σεν
ive
ɪv
ιβ
/dˌɪsɪnsˈɛntɪv/

Ορισμός και σημασία του "disincentive"στα αγγλικά

01

αποτρεπτικός παράγοντας, αποθάρρυνση

something that makes one less encouraged to do something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disincentives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store