Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disillusion
01
απογοήτευση, απελευθέρωση από τις ψευδαισθήσεις
freeing from false belief or illusions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to disillusion
01
απογοητεύω, ξεγελώ
to cause someone to stop believing in something they thought to be true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disillusion
γ΄ ενικό πρόσωπο
disillusions
ενεστώτα μετοχή
disillusioning
απλός αόριστος
disillusioned
παθητική μετοχή
disillusioned
Παραδείγματα
The book's conclusion disillusioned readers, revealing that the hero was not as virtuous as they had believed.
Το συμπέρασμα του βιβλίου απογοήτευσε τους αναγνώστες, αποκαλύπτοντας ότι ο ήρωας δεν ήταν τόσο ενάρετος όσο πίστευαν.
Λεξικό Δέντρο
disillusion
illusion
illus



























