Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disinfect
01
απολυμαίνω, στειρώνω
to destroy bacteria, virus, etc. by cleaning with a special substance
Transitive: to disinfect sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disinfect
γ΄ ενικό πρόσωπο
disinfects
ενεστώτα μετοχή
disinfecting
απλός αόριστος
disinfected
παθητική μετοχή
disinfected
Παραδείγματα
She disinfects kitchen countertops with bleach to ensure they are germ-free.
Αυτή απολυμαίνει τις πάγκες της κουζίνας με λευκαντικό για να διασφαλίσει ότι είναι ελεύθερες από μικρόβια.
Λεξικό Δέντρο
disinfectant
disinfect
infect



























