Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disgraceful
01
επονείδιστος, κατακριτέος
causing shame or loss of respect due to morally wrong or inappropriate behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disgraceful
συγκριτικός βαθμός
more disgraceful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, evaluation
Παραδείγματα
His rude behavior at the event was disgraceful and embarrassed everyone.
Η αγενής συμπεριφορά του στην εκδήλωση ήταν ντροπιαστική και ντρόπιασε όλους.
02
επονείδιστος, ντροπιαστικός
(used of conduct or character) deserving or bringing disgrace or shame
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disgracefully
disgracefulness
disgraceful
graceful
grace



























