Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disembodied
01
ασώματος, άυλος
not having a material body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disembodied
συγκριτικός βαθμός
more disembodied
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
existence, spirituality, metaphysics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disembodied
disembody
embody



























