discriminating
Pronunciation
/dɪsˈkɹɪməˌneɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "discriminating"στα αγγλικά

discriminating
01

διακριτικός, με καλό γούστο

having great taste and the ability to judge something's quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discriminating
συγκριτικός βαθμός
more discriminating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a discriminating choice when selecting a vintage car, opting for the rarest model.
Έκανε μια διακριτική επιλογή όταν επέλεξε ένα βιντεζ αμάξι, επιλέγοντας το πιο σπάνιο μοντέλο.
02

οξυδερκής, διακριτικός

able to recognize or draw fine, precise distinctions
Παραδείγματα
Discriminating readers notice nuances others miss.
Διακριτικοί αναγνώστες παρατηρούν αποχρώσεις που ξεφεύγουν από άλλους.

Λεξικό Δέντρο

indiscriminating
undiscriminating
discriminating
discriminate
criminate
crime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store