Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discrepant
01
ασυμφωνητικός, ασύμβατος
having no agreement with something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discrepant
συγκριτικός βαθμός
more discrepant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discrepant answers given by the team members revealed a lack of communication.
Οι ασυνεπείς απαντήσεις που δόθηκαν από τα μέλη της ομάδας αποκάλυψαν έλλειψη επικοινωνίας.
Λεξικό Δέντρο
discrepant
discrep



























