Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discreditably
01
επονείδιστα, με τρόπο που αποδοκιμάζεται
in a way that brings shame, loss of respect, or damage to one's reputation
Παραδείγματα
She handled the criticism discreditably, lashing out rather than reflecting on her mistakes.
Χειρίστηκε την κριτική ατιμωτικά, επιτιθέμενη αντί να αναλογίζεται τα λάθη της.
Λεξικό Δέντρο
discreditably
creditably
creditable
credit



























