Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discreditably
01
επονείδιστα, με τρόπο που αποδοκιμάζεται
in a way that brings shame, loss of respect, or damage to one's reputation
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company acted discreditably by covering up the environmental damage it caused.
Η εταιρεία ενεργούσε με τρόπο που αποδίδει δυσφήμιση καλύπτοντας τη ζημιά στο περιβάλλον που προκάλεσε.
Λεξικό Δέντρο
discreditably
creditably
creditable
credit



























