discovered
Pronunciation
/dɪˈskəvɝd/

Ορισμός και σημασία του "discovered"στα αγγλικά

discovered
01

ανακαλυμμένος, αποκαλυμμένος

found or revealed, often for the first time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discovered
συγκριτικός βαθμός
more discovered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discovered species of flower was named after the botanist who found it.
Το ανακαλυφθέν είδος λουλουδιού πήρε το όνομά του από τον βοτανολόγο που το βρήκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store