Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discovered
01
ανακαλυμμένος, αποκαλυμμένος
found or revealed, often for the first time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discovered
συγκριτικός βαθμός
more discovered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discovered species of flower was named after the botanist who found it.
Το ανακαλυφθέν είδος λουλουδιού πήρε το όνομά του από τον βοτανολόγο που το βρήκε.
Λεξικό Δέντρο
undiscovered
discovered
covered
cover



























