discovered
dis
ˈdɪs
ντισ
co
κα
vered
vəd
βαντ
uncoveredcovered

Ορισμός και σημασία του "discovered"στα αγγλικά

discovered
01

ανακαλυμμένος, αποκαλυμμένος

found or revealed, often for the first time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discovered
συγκριτικός βαθμός
more discovered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
knowledge, history, science
Παραδείγματα
The discovered artifacts shed new light on ancient civilizations. 

Τα ανακαλυφθέντα αντικείμενα ρίχνουν νέο φως στους αρχαίους πολιτισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undiscovered
discovered
covered
cover
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store