Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discourteously
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He discourteously interrupted her while she was speaking.
Την διέκοψε αγενώς ενώ μιλούσε.
Λεξικό Δέντρο
discourteously
courteously
courteous
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Την διέκοψε αγενώς ενώ μιλούσε.
Λεξικό Δέντρο